Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
boire
01
πίνω, πίνω
absorber un liquide par la bouche
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
bois
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
buvons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
boirai
ενεστώτα μετοχή
buvant
παθητική μετοχή
bu
α΄ πληθυντικό παρατατικού
buvions
Παραδείγματα
Je bois de l'eau tous les matins.
Πίνω νερό κάθε πρωί.
02
απορροφώ, διαποτίζομαι
être absorbé ou pénétré par une matière poreuse ou absorbante
Παραδείγματα
Le sol a vite bu toute l'eau de la pluie.
Το έδαφος ήπιε γρήγορα όλο το νερό της βροχής.
03
πίνω (αλκοόλ)
consommer de l'alcool, parfois de façon abusive ou habituelle
Παραδείγματα
Il a arrêté de boire après une longue thérapie.
Σταμάτησε να πίνει μετά από μια μακρά θεραπεία.
Le boire
01
ποτό,το πίνω, عمل نوشیدن
action d'absorber un liquide par la bouche
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Le boire et le manger sont essentiels à la vie.
Το πόσιμο και το φαγητό είναι απαραίτητα για τη ζωή.



























