body
bo
ˈbɔ
baw
dy
di
di

Ορισμός και σημασία του "body"στα γαλλικά

01

μπόντι, ενδυμασία σώματος

vêtement une pièce, ajusté au corps, souvent porté comme sous-vêtement ou haut féminin
le body definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
bodys
Παραδείγματα
Les bodies se portent souvent sous des vêtements ajustés.
Τα μποντί φοριούνται συχνά κάτω από στενά ρούχα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store