bluffer
blu
blœ
bloe
ffer
fe
fe
boufferbluffeur

Ορισμός και σημασία του "bluffer"στα γαλλικά

bluffer
01

μπλοφάρω, εξαπατώ

feindre d'avoir une main forte ou avantageuse pour amener les autres joueurs à se coucher ou à miser 
bluffer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
bluffe
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
bluffons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
blufferai
ενεστώτα μετοχή
bluffant
παθητική μετοχή
bluffé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
bluffions
Παραδείγματα
Il a bluffé au poker et a gagné la partie. 

Μπλοφάρισε στο πόκερ και κέρδισε το παιχνίδι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store