Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bluffer
01
μπλοφάρω, εξαπατώ
feindre d'avoir une main forte ou avantageuse pour amener les autres joueurs à se coucher ou à miser
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
bluffe
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
bluffons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
blufferai
ενεστώτα μετοχή
bluffant
παθητική μετοχή
bluffé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
bluffions
Παραδείγματα
Le bluff est une stratégie courante au poker.
Το bluff είναι μια κοινή στρατηγική στο πόκερ.



























