bloqué
bloqué

Ορισμός και σημασία του "bloqué"στα γαλλικά

01

μπλοκαρισμένος

qui ne peut plus bouger ou fonctionner car quelque chose l'arrête 
bloqué definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus bloqué
συγκριτικός βαθμός
plus bloqué
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
bloqué
αρσενικό πληθυντικό
bloqués
θηλυκό ενικό
bloquée
θηλυκό πληθυντικό
bloquées
θεματικό πεδίο
objet, fonctionnement
Παραδείγματα
La porte est bloquée, je n'arrive pas à l'ouvrir. 
02

κρατημένος

qui est complètement réservé, sans disponibilité 
Παραδείγματα
Mon agenda est bloqué toute la journée de demain. 

Το ημερολόγιό μου είναι μπλοκαρισμένο όλη την ημέρα αύριο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store