blesser
ble
blɛ
ble
sser
se
se
stressépresserbaisserdresser

Ορισμός και σημασία του "blesser"στα γαλλικά

blesser
01

τραυματίζω, πληγώνω

faire mal à quelqu'un en provoquant une blessure 
blesser definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
blesse
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
blessons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
blesserai
ενεστώτα μετοχή
blessant
παθητική μετοχή
blessé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
blessions
Παραδείγματα
Il a blessé son bras en tombant. 

Τραυμάτισε το χέρι του πέφτοντας.

02

τραυματίζομαι, βλάπτω τον εαυτό μου

faire mal à soi-même en provoquant une blessure 
blesser definition and meaning
Παραδείγματα
Il s'est blessé en tombant de l'échelle. 

Τραυματίστηκε πέφτοντας από τη σκάλα.

03

τραυματίζω, πληγώνω

faire souffrir quelqu'un moralement ou affectivement 
blesser definition and meaning
Παραδείγματα
Ses paroles ont blessé son ami. 

Τα λόγια του πλήγωσαν τον φίλο του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store