Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
blesser
01
τραυματίζω, πληγώνω
faire mal à quelqu'un en provoquant une blessure
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
blesse
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
blessons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
blesserai
ενεστώτα μετοχή
blessant
παθητική μετοχή
blessé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
blessions
Παραδείγματα
Il a blessé son bras en tombant.
Τραυμάτισε το χέρι του πέφτοντας.
02
τραυματίζομαι, βλάπτω τον εαυτό μου
faire mal à soi-même en provoquant une blessure
Παραδείγματα
Il s'est blessé en tombant de l'échelle.
Τραυματίστηκε πέφτοντας από τη σκάλα.
03
τραυματίζω, πληγώνω
faire souffrir quelqu'un moralement ou affectivement
Παραδείγματα
Ses paroles ont blessé son ami.
Τα λόγια του πλήγωσαν τον φίλο του.



























