Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
blesser
01
τραυματίζω, πληγώνω
faire mal à quelqu'un en provoquant une blessure
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
blesse
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
blessons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
blesserai
ενεστώτα μετοχή
blessant
παθητική μετοχή
blessé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
blessions
Παραδείγματα
Le couteau a blessé sa main pendant la cuisine.
Το μαχαίρι τραυμάτισε το χέρι του κατά τη διάρκεια του μαγειρέματος.
02
τραυματίζομαι, βλάπτω τον εαυτό μου
faire mal à soi-même en provoquant une blessure
Παραδείγματα
Je me suis blessé en faisant du ski.
Τραυματίστηκα κάντας σκι.
03
τραυματίζω, πληγώνω
faire souffrir quelqu'un moralement ou affectivement
Παραδείγματα
Il ne voulait pas blesser sa sœur avec ses mots.
Δεν ήθελε να πληγώσει την αδελφή του με τα λόγια του.



























