le blazer
bla
blɛ
ble
zer
zɛʁ
zer
blaser

Ορισμός και σημασία του "blazer"στα γαλλικά

01

μπλέιζερ, σακάκι

veste élégante, souvent portée avec un pantalon ou une jupe, ressemblant à une veste de costume 
le blazer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
blazers
Παραδείγματα
Il porte un blazer bleu marine pour aller au travail. 

Φοράει ένα μπλε μπλε μπλέιζερ για να πάει στη δουλειά.

Λεξικό Δέντρο

blazer
blaze
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store