bien situé
Pronunciation
/bjɛ̃ sitɥe/

Ορισμός και σημασία του "bien situé"στα γαλλικά

bien situé
01

καλά τοποθετημένο, σε βολική τοποθεσία

qui se trouve dans un endroit avantageux ou pratique
bien situé definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le mieux situé
συγκριτικός βαθμός
mieux situé
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
bien situé
αρσενικό πληθυντικό
bien situés
θηλυκό ενικό
bien située
θηλυκό πληθυντικό
bien situées
Παραδείγματα
Un magasin bien situé attire plus de clients.
Ένα κατάστημα καλά τοποθετημένο προσελκύει περισσότερους πελάτες.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store