Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bien situé
01
καλά τοποθετημένο, σε βολική τοποθεσία
qui se trouve dans un endroit avantageux ou pratique
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le mieux situé
συγκριτικός βαθμός
mieux situé
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
bien situé
αρσενικό πληθυντικό
bien situés
θηλυκό ενικό
bien située
θηλυκό πληθυντικό
bien situées
Παραδείγματα
L'hôtel est bien situé en centre-ville.
Το ξενοδοχείο είναι καλά τοποθετημένο στο κέντρο της πόλης.



























