Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La berceuse
01
κουνιστή πολυθρόνα, κουνιστή καρέκλα
fauteuil qui se balance d'avant en arrière
Παραδείγματα
La grand-mère s'est assise dans sa berceuse près de la fenêtre.
Η γιαγιά κάθισε στην κούνια της κοντά στο παράθυρο.
02
νανούρισμα, τραγούδι για ύπνο
chanson calme chantée pour aider un bébé ou un enfant à s'endormir
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
berceuses
Παραδείγματα
Elle chante une berceuse à son bébé chaque soir.
Τραγουδά ένα νανούρισμα στο μωρό της κάθε βράδυ.



























