Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La bataille
01
μάχη, σύγκρουση
un combat ou une lutte entre deux armées ou groupes
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
batailles
Παραδείγματα
La bataille navale a été intense et décisive.
Η ναυτική μάχη ήταν έντονη και καθοριστική.



























