Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La bascule
01
τραμπάλα, κούνια
jeu composé d'une planche posée sur un support central, où deux personnes montent et descendent à tour de rôle
Παραδείγματα
Les enfants jouent sur la bascule du parc.
Τα παιδιά παίζουν στην τραμπάλα του πάρκου.
02
ζυγαριά, ζυγός
appareil servant à peser des objets ou des personnes en utilisant l'équilibre entre deux forces
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
bascule
Παραδείγματα
On a pesé les sacs de riz avec une bascule.
Οι σακούλες ρυζιού ζυγίστηκαν με μια ζυγαριά.



























