Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La barbarie
[gender: feminine]
01
βαρβαρότητα, ακραία σκληρότητα
comportement extrêmement cruel, violent ou inhumain
Παραδείγματα
La barbarie de l' attaque a laissé des traces durables.
Η βαρβαρότητα της επίθεσης άφησε διαρκείς ίχνη.
02
βαρβαρότητα, απολίτιστη κατάσταση
état de manque de culture, de civilisation ou d'éducation
Παραδείγματα
La barbarie culturelle empêche le progrès de la société.
Η πολιτισμική βαρβαρότητα εμποδίζει την πρόοδο της κοινωνίας.



























