Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bander
01
επιδένω, επιδέσμευω
entourer une partie du corps avec un bandage pour protéger ou soutenir
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
bande
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
bandons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
banderai
παθητική μετοχή
bandé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
bandions
Παραδείγματα
L'infirmier a bandé la blessure du patient.
Ο νοσηλευτής έδεσε το τραύμα του ασθενούς.
02
λυγίζω δυνατά, καμπυλώνω σφιχτά
plier ou courber quelque chose avec force
Παραδείγματα
Il a bandé la barre de métal pour la plier.
Έκαμψε τη μεταλλική ράβδο για να την λυγίσει.



























