le bail
bail
bɑj
μπαγ
baril

Ορισμός και σημασία του "bail"στα γαλλικά

01

σύμβαση μίσθωσης, μισθωτήριο

contrat écrit définissant les conditions d'une location 
le bail definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
baux
Παραδείγματα
Nous avons signé un bail de trois ans. 

Υπογράψαμε σύμβαση μίσθωσης τριών ετών.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store