la baie
Pronunciation
/bɛ/

Ορισμός και σημασία του "baie"στα γαλλικά

La baie
[gender: feminine]
01

κόλπος, όρμος

échancrure du littoral où la mer pénètre dans les terres
la baie definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
baies
Παραδείγματα
La ville s' est développée autour de la baie.
Η πόλη αναπτύχθηκε γύρω από τον κόλπο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store