Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La bague
[gender: feminine]
01
δαχτυλίδι, περιδέραιο
bijou circulaire porté au doigt
Παραδείγματα
Elle a perdu sa bague hier soir.
Έχασε το δαχτυλίδι της χθες το βράδυ.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
δαχτυλίδι, περιδέραιο