Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
baigner
01
κάνω μπάνιο, λουζόμαι
prendre un bain dans l'eau, souvent dans la mer, un lac ou une piscine
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
être
α΄ ενικό πρόσωπο
baigne
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
baignons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
baignerai
ενεστώτα μετοχή
baignant
παθητική μετοχή
baigné
α΄ πληθυντικό παρατατικού
baignions
Παραδείγματα
Nous aimons nous baigner à la mer en été.
Μας αρέσει να κάνουμε μπάνιο στη θάλασσα το καλοκαίρι.



























