le bagage à main
bagage
bagaʒ
bagazh
à
a
a
main
mẽ
m

Ορισμός και σημασία του "bagage à main"στα γαλλικά

Le bagage à main
01

χειραποσκευές, χειραποσκευή

un petit sac ou valise que l'on peut emporter avec soi dans un avion ou un train 
le bagage à main definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
bagages à main
Παραδείγματα
Il a placé son ordinateur dans son bagage à main. 

Έβαλε τον υπολογιστή του στο χειραποσκευές του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store