Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'avènement
01
έλευση, επίτευξη
arrivée ou introduction de quelque chose ou de quelqu'un
Παραδείγματα
L' avènement de cette innovation a suscité beaucoup d' enthousiasme.
Η άφιξη αυτής της καινοτομίας προκάλεσε πολύ ενθουσιασμό.
02
ανάληψη του θρόνου, άνοδος στην εξουσία
arrivée au pouvoir ou début d'un règne
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
avènements
Παραδείγματα
L' avènement du monarque fut accompagné de cérémonies officielles.
Η άνοδος του μονάρχη συνοδεύτηκε από επίσημες τελετές.



























