Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'avènement
01
έλευση, επίτευξη
arrivée ou introduction de quelque chose ou de quelqu' un
Παραδείγματα
L'avènement de la technologie moderne a transformé la société.
Η άφιξη της σύγχρονης τεχνολογίας έχει μεταμορφώσει την κοινωνία.
02
ανάληψη του θρόνου, άνοδος στην εξουσία
arrivée au pouvoir ou début d'un règne
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
avènements
Παραδείγματα
L'avènement du roi a marqué une nouvelle ère pour le royaume.
Η άνοδος του βασιλιά στο θρόνο σηματοδότησε μια νέα εποχή για το βασίλειο.



























