l'avènement
avè
avɛ
ave
nement
nmã
nman
avarementavidement

Ορισμός και σημασία του "avènement"στα γαλλικά

01

έλευση, επίτευξη

arrivée ou introduction de quelque chose ou de quelqu' un 
l'avènement definition and meaning
Παραδείγματα
L'avènement de la technologie moderne a transformé la société. 

Η άφιξη της σύγχρονης τεχνολογίας έχει μεταμορφώσει την κοινωνία.

02

ανάληψη του θρόνου, άνοδος στην εξουσία

arrivée au pouvoir ou début d'un règne 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
avènements
Παραδείγματα
L'avènement du roi a marqué une nouvelle ère pour le royaume. 

Η άνοδος του βασιλιά στο θρόνο σηματοδότησε μια νέα εποχή για το βασίλειο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store