l'avion
avion
avjɔ̃
avyaw
aviron

Ορισμός και σημασία του "avion"στα γαλλικά

01

αεροπλάνο, αεροσκάφος

engin volant utilisé pour transporter des passagers ou des marchandises dans le ciel 
l'avion definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
avions
Παραδείγματα
L'avion décolle à huit heures. 

Το αεροπλάνο απογειώνεται στις οκτώ.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store