l'avenir
Pronunciation
/av(ə)niʀ/

Ορισμός και σημασία του "avenir"στα γαλλικά

L'avenir
[gender: masculine]
01

μέλλον, επερχόμενο

temps qui vient après le présent, ce qui n'est pas encore arrivé
l'avenir definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
avenirs
Παραδείγματα
Ils ont peur de l' avenir.
Φοβούνται το μέλλον.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store