l'autoroute
autoroute
otɔʁʊt
otawroot

Ορισμός και σημασία του "autoroute"στα γαλλικά

01

αυτοκινητόδρομος, εθνική οδός

route large et rapide, réservée aux véhicules motorisés 
l'autoroute definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
autoroutes
Παραδείγματα
Nous avons pris l'autoroute pour aller à la ville. 

Πήραμε τον αυτοκινητόδρομο για να πάμε στην πόλη.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store