Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'autonomie
01
αυτονομία, ανεξαρτησία
capacité à agir, décider ou se gérer soi-même sans dépendre des autres
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
L'autonomie des étudiants est encouragée à l'université.
Η αυτονομία των φοιτητών ενθαρρύνεται στο πανεπιστήμιο.



























