l'autonomie
Pronunciation
/ɔtɔnɔmi/

Ορισμός και σημασία του "autonomie"στα γαλλικά

L'autonomie
[gender: feminine]
01

αυτονομία, ανεξαρτησία

capacité à agir, décider ou se gérer soi-même sans dépendre des autres
l'autonomie definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Son autonomie dans la gestion de projets est remarquable.
Η αυτονομία του στη διαχείριση έργων είναι αξιοσημείωτη.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store