Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'autorité
01
αυθεντία, εξουσία
pouvoir de donner des ordres ou de faire respecter des règles
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Le professeur a de l'autorité sur ses élèves.
Ο δάσκαλος έχει επιρροή στους μαθητές του.



























