autoriser
autoriser
otɔʁize
otawrize

Ορισμός και σημασία του "autoriser"στα γαλλικά

autoriser
01

επιτρέπω, αδειάζω

permettre à quelqu'un de faire quelque chose 
autoriser definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
autorise
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
autorisons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
autoriserai
ενεστώτα μετοχή
autorisant
παθητική μετοχή
autorisé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
autorisions
Παραδείγματα
Le professeur autorise les élèves à sortir plus tôt. 

Ο δάσκαλος επιτρέπει στους μαθητές να φύγουν νωρίτερα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store