Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
autoriser
01
επιτρέπω, αδειάζω
permettre à quelqu'un de faire quelque chose
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
autorise
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
autorisons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
autoriserai
ενεστώτα μετοχή
autorisant
παθητική μετοχή
autorisé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
autorisions
Παραδείγματα
Elle a été autorisée à entrer dans la salle de réunion.
Της επιτράπηκε να μπει στην αίθουσα συσκέψεων.



























