augmenter
augmenter
ogmɑ̃te
ogmaate

Ορισμός και σημασία του "augmenter"στα γαλλικά

augmenter
01

αυξάνω

rendre quelque chose plus grand ou plus important en ajoutant quelque chose de même nature 
augmenter definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
augmente
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
augmentons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
augmenterai
ενεστώτα μετοχή
augmentant
παθητική μετοχή
augmenté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
augmentions
Παραδείγματα
Le patron a augmenté le salaire des employés. 

Ο προϊστάμενος αύξησε τον μισθό των υπαλλήλων.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store