Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'auditeur
01
οικονομικός έλεγχος, λογοθέτης
personne qui contrôle ou vérifie les comptes ou les activités d'une organisation
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
auditeurs
Παραδείγματα
L'auditeur a examiné les finances de l'entreprise.
Ο ελεγκτής εξέτασε τις οικονομικές καταστάσεις της εταιρείας.
02
ακροατής, ακροώμενος
personne qui écoute quelque chose, comme un discours, une musique ou une émission
Παραδείγματα
L'auditeur a apprécié la conférence.



























