l'atout
a
a
a
tout
tu
too
ajout

Ορισμός και σημασία του "atout"στα γαλλικά

01

πλεονέκτημα, δυνατό σημείο

qualité, avantage ou point fort qui donne un bénéfice ou un pouvoir 
l'atout definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
atouts
Παραδείγματα
La créativité est un atout important pour ce poste. 

Η δημιουργικότητα είναι ένα σημαντικό atout για αυτή τη θέση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store