l'atout
Pronunciation
/atu/

Ορισμός και σημασία του "atout"στα γαλλικά

L'atout
[gender: masculine]
01

πλεονέκτημα, δυνατό σημείο

qualité, avantage ou point fort qui donne un bénéfice ou un pouvoir
l'atout definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
atouts
Παραδείγματα
La connaissance des langues étrangères est un atout.
Η γνώση ξένων γλωσσών είναι ένα atout.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store