Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'athlétisme
01
στίβος, αθλητισμός
un ensemble de sports comprenant la course, le saut et le lancer
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
athlétismes
Παραδείγματα
L' athlétisme demande à la fois force, vitesse et endurance.
Ο στίβος απαιτεί και δύναμη, και ταχύτητα, και αντοχή.



























