l'athlétisme
a
a
a
thlé
tlɛ
tle
tisme
tism
tism

Ορισμός και σημασία του "athlétisme"στα γαλλικά

01

στίβος, αθλητισμός

un ensemble de sports comprenant la course, le saut et le lancer 
l'athlétisme definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
athlétismes
Παραδείγματα
Il pratique l'athlétisme depuis son enfance. 

Ασχολείται με τον αθλητισμό από την παιδική του ηλικία.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store