Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'astronomie
[gender: feminine]
01
αστρονομία, επιστήμη των ουράνιων σωμάτων
science qui étudie les astres, les planètes, les étoiles et l'univers
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
L' astronomie moderne utilise des satellites pour étudier l' espace.
Η σύγχρονη αστρονομία χρησιμοποιεί δορυφόρους για τη μελέτη του διαστήματος.



























