Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'astrologie
01
αστρολογία, μελέτη των άστρων
l'étude des astres pour interpréter le destin ou le caractère des personnes
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Elle consulte l'astrologie pour connaître son avenir.
Αναζητεί τη αστρολογία για να μάθει το μέλλον της.



























