Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'assurance
01
ασφάλεια, ασφαλιστήριο
contrat par lequel une personne ou une entreprise est protégée contre certains risques en échange d'une prime
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
assurances
Παραδείγματα
J'ai souscrit une assurance pour ma voiture.
Υπέγραψα ασφάλεια για το αυτοκίνητό μου.
02
αυτοπεποίθηση, εμπιστοσύνη
confiance en soi, attitude de quelqu'un qui se sent sûr de lui
Παραδείγματα
Elle parle avec beaucoup d'assurance devant le public.
Μιλάει με πολλή αυτοπεποίθηση μπροστά στο κοινό.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
assurance
assure



























