l'assouplissant
assouplissant

Ορισμός και σημασία του "assouplissant"στα γαλλικά

L'assouplissant
01

μαλακτικό ρούχων, μαλακτικό υφασμάτων

produit ajouté au lavage du linge pour le rendre plus doux et lui donner une bonne odeur 
l'assouplissant definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
assouplissants
Παραδείγματα
Elle ajoute de l'assouplissant à chaque lavage. 

Προσθέτει μαλακτικό σε κάθε πλύσιμο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store