l'aspiration
aspiration
aspiʁasjɔ̃
aspirasyaw

Ορισμός και σημασία του "aspiration"στα γαλλικά

01

φιλοδοξία, έντονη επιθυμία

désir ou souhait intense de réaliser quelque chose 
l'aspiration definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
aspirations
Παραδείγματα
Son aspiration est de devenir médecin. 

Η φιλοδοξία του είναι να γίνει γιατρός.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

aspiration
aspirate
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store