Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'artisan
01
τεχνίτης, τεχνουργός
professionnel qui exerce un métier manuel traditionnel
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
artisans
αρσενικό ενικό
artisan
θηλυκό ενικό
artisane
neutral form
professionnel du métier manuel
Παραδείγματα
L'artisan a fabriqué une table en bois massif.
Ο τεχνίτης κατασκεύασε ένα τραπέζι από συμπαγές ξύλο.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
artisanal
artisan



























