Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'articulation
01
άρθρωση, σύνδεσμος
endroit où deux os se rejoignent et permettent de bouger
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
articulations
Παραδείγματα
Le genou est une articulation importante.
Το γόνατο είναι ένας σημαντικός άρθρωση.
02
άρθρωση, προφορά
façon dont les sons sont formés par la bouche, la langue et les lèvres
Παραδείγματα
L'articulation des consonnes est importante en français.
Η άρθρωση των συμφώνων είναι σημαντική στα γαλλικά.
Λεξικό Δέντρο
articulation
articulate



























