Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'articulation
[gender: feminine]
01
άρθρωση, σύνδεσμος
endroit où deux os se rejoignent et permettent de bouger
Παραδείγματα
Les articulations doivent rester souples pour bien bouger.
Οι αρθρώσεις πρέπει να παραμένουν ευέλικτες για να κινούνται καλά.
02
άρθρωση, προφορά
façon dont les sons sont formés par la bouche, la langue et les lèvres
Παραδείγματα
Il travaille son articulation chaque jour.
Δουλεύει την άρθρωσή του κάθε μέρα.



























