articuler
ar
aʁ
ar
ti
ti
ti
cu
ky
ky
ler
le
le

Ορισμός και σημασία του "articuler"στα γαλλικά

articuler
01

αρθρώνω, εκφράζω ξεκάθαρα

dire quelque chose de façon claire et organisée 
articuler definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
articule
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
articulons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
articulerai
ενεστώτα μετοχή
articulant
παθητική μετοχή
articulé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
articulions
Παραδείγματα
J'articule mes pensées. 

Εκφράζω τις σκέψεις μου.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store