Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
articuler
01
αρθρώνω, εκφράζω ξεκάθαρα
dire quelque chose de façon claire et organisée
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
articule
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
articulons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
articulerai
ενεστώτα μετοχή
articulant
παθητική μετοχή
articulé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
articulions
Παραδείγματα
Ils articulent leurs opinions avec précision.
Αρθρώνουν τις απόψεις τους με ακρίβεια.



























