Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'aqueduc
01
υδραγωγείο, αγωγός νερού
ouvrage construit pour transporter l'eau d'un point à un autre, souvent sur une longue distance, parfois en hauteur grâce à des arches
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
aqueducs
Παραδείγματα
On peut visiter l' aqueduc à pied.
Μπορείτε να επισκεφθείτε τον υδραγωγείο με τα πόδια.



























