l'appétit
Pronunciation
/apeti/

Ορισμός και σημασία του "appétit"στα γαλλικά

L'appétit
[gender: masculine]
01

όρεξη, πείνα

envie de manger, sensation de faim
l'appétit definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
appétits
Παραδείγματα
Un bon repas stimule l' appétit.
Ένα καλό γεύμα διεγείρει την όρεξη.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store