Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
appréhender
01
συλλαμβάνω, κρατώ
arrêter ou capturer quelqu'un, généralement par la police
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
appréhende
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
appréhendons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
appréhenderai
ενεστώτα μετοχή
appréhendant
παθητική μετοχή
appréhendé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
appréhendions
Παραδείγματα
La police a réussi à appréhender le criminel après une longue poursuite.
Η αστυνομία κατάφερε να συλλάβει τον εγκληματία μετά από μια μακρά καταδίωξη.
02
φοβάμαι
ressentir de la peur ou de l'inquiétude face à quelque chose
Παραδείγματα
Il appréhende de rencontrer son patron pour discuter du projet.
Φοβάται να συναντήσει τον αφεντικό του για να συζητήσει το έργο.
03
κατανοώ, αντιλαμβάνομαι
comprendre ou saisir intellectuellement quelque chose
Παραδείγματα
Il faut du temps pour appréhender certaines notions philosophiques.
Χρειάζεται χρόνος για να κατανοήσει κανείς ορισμένες φιλοσοφικές έννοιες.



























