Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
appréhender
01
συλλαμβάνω, κρατώ
arrêter ou capturer quelqu'un, généralement par la police
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
appréhende
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
appréhendons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
appréhenderai
ενεστώτα μετοχή
appréhendant
παθητική μετοχή
appréhendé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
appréhendions
Παραδείγματα
La police a appréhendé le voleur hier soir.
Η αστυνομία συνέλαβε τον κλέφτη χθες το βράδυ.
02
φοβάμαι
ressentir de la peur ou de l'inquiétude face à quelque chose
Παραδείγματα
Elle appréhende toujours les examens importants.
Αυτή πάντα φοβάται τις σημαντικές εξετάσεις.
03
κατανοώ, αντιλαμβάνομαι
comprendre ou saisir intellectuellement quelque chose
Παραδείγματα
Elle a du mal à appréhender les concepts mathématiques avancés.
Αντιμετωπίζει δυσκολία να αφομοιώσει τις προχωρημένες μαθηματικές έννοιες.



























