Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
approfondir
01
εμβαθύνω, εξετάζω λεπτομερώς
étudier ou examiner quelque chose de manière plus détaillée
Παραδείγματα
Nous devons approfondir cette question importante.
Πρέπει να εμβαθύνουμε σε αυτό το σημαντικό ερώτημα.
02
εξαγγαθύνω, κάνω πιο βαθύ
creuser ou rendre plus profond
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
approfondis
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
approfondissons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
approfondirai
ενεστώτα μετοχή
approfondissant
παθητική μετοχή
approfondi
α΄ πληθυντικό παρατατικού
approfondissions
Παραδείγματα
Les ouvriers approfondissent le canal pour les gros navires.
Οι εργάτες βαθαίνουν το κανάλι για τα μεγάλα πλοία.



























