approfondir
Pronunciation
/apʀɔfɔ̃diʀ/

Ορισμός και σημασία του "approfondir"στα γαλλικά

approfondir
01

εμβαθύνω, εξετάζω λεπτομερώς

étudier ou examiner quelque chose de manière plus détaillée
approfondir definition and meaning
Παραδείγματα
Son livre approfondit les causes de la guerre.
Το βιβλίο του εξερευνά σε βάθος τις αιτίες του πολέμου.
02

εξαγγαθύνω, κάνω πιο βαθύ

creuser ou rendre plus profond
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
approfondis
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
approfondissons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
approfondirai
ενεστώτα μετοχή
approfondissant
παθητική μετοχή
approfondi
α΄ πληθυντικό παρατατικού
approfondissions
Παραδείγματα
La pelleteuse approfondit la tranchée.
Ο εκσκαφέας εξαθαλώνει την τάφρο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store