Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
approcher
01
πλησιάζω, προσεγγίζω
se déplacer vers quelque chose ou quelqu'un pour être plus près
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
βοηθητικό ρήμα
être
α΄ ενικό πρόσωπο
approche
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
approchons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
approcherai
ενεστώτα μετοχή
approchant
παθητική μετοχή
approché
α΄ πληθυντικό παρατατικού
approchions
Παραδείγματα
S' approcher trop près des animaux sauvages peut être risqué.
Η προσέγγιση πολύ κοντά στα άγρια ζώα μπορεί να είναι επικίνδυνη.



























