approcher
app
ap
ap
ro
ʁɔ
raw
cher
ʃe
she
approuver

Ορισμός και σημασία του "approcher"στα γαλλικά

approcher
01

πλησιάζω, προσεγγίζω

se déplacer vers quelque chose ou quelqu'un pour être plus près 
approcher definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
βοηθητικό ρήμα
être
α΄ ενικό πρόσωπο
approche
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
approchons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
approcherai
ενεστώτα μετοχή
approchant
παθητική μετοχή
approché
α΄ πληθυντικό παρατατικού
approchions
Παραδείγματα
Le chat s'approche doucement de la souris. 

Η γάτα πλησιάζει αργά το ποντίκι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store