Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
approcher
01
πλησιάζω, προσεγγίζω
se déplacer vers quelque chose ou quelqu'un pour être plus près
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
βοηθητικό ρήμα
être
α΄ ενικό πρόσωπο
approche
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
approchons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
approcherai
ενεστώτα μετοχή
approchant
παθητική μετοχή
approché
α΄ πληθυντικό παρατατικού
approchions
Παραδείγματα
Le chat s'approche doucement de la souris.
Η γάτα πλησιάζει αργά το ποντίκι.



























