l'apport
Pronunciation
/a.pɔʁ/

Ορισμός και σημασία του "apport"στα γαλλικά

L'apport
[gender: masculine]
01

سرمایه, سهم

γραμματικές πληροφορίες
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
L' apport de capitaux
02

کمک, کمک مالی، مساعدت

Παραδείγματα
De nouveaux apports sont nécessaires pour maintenir l' entreprise.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store