Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'apport
[gender: masculine]
01
سرمایه, سهم
γραμματικές πληροφορίες
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
L' apport de capitaux
02
کمک, کمک مالی، مساعدت
Παραδείγματα
De nouveaux apports sont nécessaires pour maintenir l' entreprise.



























