l'appartenance
appartenance
apaʁtənɑ̃s
apartēnaas

Ορισμός και σημασία του "appartenance"στα γαλλικά

L'appartenance
01

ανήκειν, συμμετοχή

le fait de faire partie de quelque chose ou d'être lié à un groupe 
l'appartenance definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
appartenances
Παραδείγματα
Son sentiment d'appartenance à cette communauté est très fort. 

Το αίσθημα ανήκειν του σε αυτή την κοινότητα είναι πολύ δυνατό.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store