Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'appartenance
[gender: feminine]
01
ανήκειν, συμμετοχή
le fait de faire partie de quelque chose ou d'être lié à un groupe
Παραδείγματα
Ce symbole représente l' appartenance à une culture ancienne.
Αυτό το σύμβολο αντιπροσωπεύει την ανήκειν σε μια αρχαία κουλτούρα.



























