Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'appartenance
01
ανήκειν, συμμετοχή
le fait de faire partie de quelque chose ou d'être lié à un groupe
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
appartenances
Παραδείγματα
Son sentiment d'appartenance à cette communauté est très fort.
Το αίσθημα ανήκειν του σε αυτή την κοινότητα είναι πολύ δυνατό.



























