Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
apparaître
01
εμφανίζομαι
devenir visible ou commencer à se montrer
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
apparais
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
apparaissons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
apparaîtrai
ενεστώτα μετοχή
apparaissant
παθητική μετοχή
apparu
α΄ πληθυντικό παρατατικού
apparaissions
Παραδείγματα
Il est apparu comme par magie.
Αυτός εμφανίστηκε σαν με μαγεία.



























