apparaître
apparaître
apaʁaɛtʁ
aparaetr

Ορισμός και σημασία του "apparaître"στα γαλλικά

apparaître
01

εμφανίζομαι

devenir visible ou commencer à se montrer 
apparaître definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
apparais
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
apparaissons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
apparaîtrai
ενεστώτα μετοχή
apparaissant
παθητική μετοχή
apparu
α΄ πληθυντικό παρατατικού
apparaissions
Παραδείγματα
Un arc-en-ciel est apparu après la pluie. 

Ένα ουράνιο τόξο εμφανίστηκε μετά τη βροχή.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store