Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'annonceur
01
διαφημιστής, χορηγός
personne ou société qui paie pour diffuser des messages publicitaires afin de promouvoir un produit, un service ou une marque
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
annonceurs
Παραδείγματα
L'annonceur a lancé une nouvelle campagne sur les réseaux sociaux.
Ο διαφημιζόμενος ξεκίνησε μια νέα καμπάνια στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.



























