Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
angélique
01
αγγελικός, σαν άγγελος
qui a des qualités ou un aspect ressemblant à un ange
Παραδείγματα
Elle portait une robe blanche qui lui donnait un air angélique.
Φορούσε ένα λευκό φόρεμα που της έδινε μια αγγελική εμφάνιση.
02
ουράνιος, θεϊκός
qui évoque le ciel ou le divin, très pur ou spirituel
Παραδείγματα
Son sourire angélique illuminait la pièce.
Το αγγελικό της χαμόγελο φώτισε το δωμάτιο.



























