Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
angélique
01
αγγελικός, σαν άγγελος
qui a des qualités ou un aspect ressemblant à un ange
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus angélique
συγκριτικός βαθμός
plus angélique
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
angélique
αρσενικό πληθυντικό
angéliques
θηλυκό ενικό
angélique
θηλυκό πληθυντικό
angéliques
Παραδείγματα
Elle avait un sourire angélique.
Είχε ένα αγγελικό χαμόγελο.
02
ουράνιος, θεϊκός
qui évoque le ciel ou le divin, très pur ou spirituel
Παραδείγματα
Sa voix avait une qualité angélique qui touchait le cœur.
Η φωνή της είχε μια αγγελική ποιότητα που άγγιζε την καρδιά.



























