Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
amuser
01
διασκεδάζω, ψυχαγωγούμαι
prendre du plaisir en faisant une activité agréable
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
être
α΄ ενικό πρόσωπο
amuse
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
amusons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
amuserai
ενεστώτα μετοχή
amusant
παθητική μετοχή
amusé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
amusions
Παραδείγματα
Elle s' amuse en jouant au ballon.
Αυτή διασκεδάζει παίζοντας με την μπάλα.



























